λιποθυμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιποθυμία οι λιποθυμίες
      γενική της λιποθυμίας των λιποθυμιών
    αιτιατική τη λιποθυμία τις λιποθυμίες
     κλητική λιποθυμία λιποθυμίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιποθυμία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιποθυμία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]