Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιπόγαμος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / λιπόγαμος τὸ λιπόγαμον
      γενική τοῦ/τῆς λιπογάμου τοῦ λιπογάμου
      δοτική τῷ/τῇ λιπογάμ τῷ λιπογάμ
    αιτιατική τὸν/τὴν λιπόγαμον τὸ λιπόγαμον
     κλητική ! λιπόγαμε λιπόγαμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ λιπόγαμοι τὰ λιπόγαμ
      γενική τῶν λιπογάμων τῶν λιπογάμων
      δοτική τοῖς/ταῖς λιπογάμοις τοῖς λιπογάμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς λιπογάμους τὰ λιπόγαμ
     κλητική ! λιπόγαμοι λιπόγαμ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λιπογάμω τὼ λιπογάμω
      γεν-δοτ τοῖν λιπογάμοιν τοῖν λιπογάμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιπόγαμος < λιπό- + γάμος < λείπω + γάμος

Επίθετο

[επεξεργασία]

λιπόγαμος, -ος, -ον

  1. που εγκαταλείπει τα δεσμά του γάμου
  2. (το θηλυκό ως ουσιαστικό, για την Ελένη) η μοιχαλίδα
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχ. 1305 (1305-1307)
    τὰν λιποπάτορα λιπόγαμον, ἃ | πλείστους ἔκανεν Ἑλλάνων | δορὶ παρὰ ποταμὸν ὀλομένους,
     συνώνυμα: λιπεσήνωρ, λιπεσάνωρ

Συγγενικά

[επεξεργασία]