Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιπόλυση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιπόλυση οι λιπολύσεις
      γενική της λιπόλυσης* των λιπολύσεων
    αιτιατική τη λιπόλυση τις λιπολύσεις
     κλητική λιπόλυση λιπολύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, λιπολύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιπόλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική lipolysis.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε λιπό- + λύση (< αρχαία ελληνική λίπος + λύσις)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιπόλυση θηλυκό

  1. λιποδιάλυση
  2. (βιοχημεία) υδρόλυση του λίπους στον οργανισμό σε λιπαρά οξέα και γλυκερίνη

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)