λιπόσαρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λιπόσαρκος λιπόσαρκη λιπόσαρκο
γενική λιπόσαρκου λιπόσαρκης λιπόσαρκου
αιτιατική λιπόσαρκο λιπόσαρκη λιπόσαρκο
κλητική λιπόσαρκε λιπόσαρκη λιπόσαρκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιπόσαρκοι λιπόσαρκες λιπόσαρκα
γενική λιπόσαρκων λιπόσαρκων λιπόσαρκων
αιτιατική λιπόσαρκους λιπόσαρκες λιπόσαρκα
κλητική λιπόσαρκοι λιπόσαρκες λιπόσαρκα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιπόσαρκος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική λιπόσαρκος < λιπο- (θέμα του ρήματος λείπω + σάρξ σαρκ- + -ος.

Επίθετο[επεξεργασία]

λιπόσαρκος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]