λιωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λιωμένος λιωμένη λιωμένο
γενική λιωμένου λιωμένης λιωμένου
αιτιατική λιωμένο λιωμένη λιωμένο
κλητική λιωμένε λιωμένη λιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιωμένοι λιωμένες λιωμένα
γενική λιωμένων λιωμένων λιωμένων
αιτιατική λιωμένους λιωμένες λιωμένα
κλητική λιωμένοι λιωμένες λιωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λιώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

λιωμένος, -η, -ο

  1. που έχει ρευστοποιηθεί, που έχει λιώσει
  2. πολτοποιημένος
  3. (μεταφορικά) καταπλακωμένος
  4. (μεταφορικά) εξασθενισμένος, καταρρακωμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]