λιόγερμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λιόγερμα ουδέτερο
- (λαϊκό, λογοτεχνικό) η δύση του ήλιου
- ※ Γιάννης Ρίτσος, Βραδινή πομπή, απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη (1967-1971), στιχ. 3 (2-4) @greek-language.gr
- […] Ο καιρός περνάει.
Περίλαμπρα λιογέρματα. Μια λάμψη βυσσινιά στα τζάμια.
Πίσω απ’ τα τζάμια πήλινες γλάστρες, ανύπαντρα κορίτσια.
- […] Ο καιρός περνάει.
- ※ Γιάννης Ρίτσος, Βραδινή πομπή, απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη (1967-1971), στιχ. 3 (2-4) @greek-language.gr
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λιόγερμα
|
→ δείτε τη λέξη ηλιοβασίλεμα |
Πηγές
[επεξεργασία]- λιόγερμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- λιόγερμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- λιόγερμα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα λιό- από το ηλιό- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)