λιόκλαδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | λιόκλαδο | τα | λιόκλαδα |
| γενική | του | λιόκλαδου | των | λιόκλαδων |
| αιτιατική | το | λιόκλαδο | τα | λιόκλαδα |
| κλητική | λιόκλαδο | λιόκλαδα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λιόκλαδο ουδέτερο
- κλαδί ελιάς (λιόδεντρου)
- ※ Ανάβαμε στο τζάκι μεγάλη φωτιά με λιόκλαδα. (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος Οι μουσμουλιές [διήγημα])
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λιόκλαδο
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- λιόκλαδο σελ.4349 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)