λιώμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιώμα < λιώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιώμα ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. οτιδήποτε πολύ λιωμένο ή συμπιεσμένο λόγω συμπίεσης ή υπερβολικού χτυπήματος
  2. (μεταφορικά) υπερβολική ψυχική κούραση, ψυχική καταρράκωση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]