Μετάβαση στο περιεχόμενο

λοΐαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η λοΐαση
      γενική της λοΐασης*
    αιτιατική τη λοΐαση
     κλητική λοΐαση
* παλιότερος λόγιος τύπος, λοϊάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λοΐαση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λοΐαση θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • (πάθηση, ιατρική) λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από το παρασιτικό σκουλήκι Loa loa, μεταδίδεται με τις μύγες των ελαφιών οι οποίες ζουν σε τροπικά δάση της Αφρικής
    ※  Στο Καμερούν, οι αρχές δίνουν μάχη κατά της «τύφλωσης των ποταμών» (ογκοκέρκωση) και της λεμφικής φιλαρίασης, δύο επικίνδυνες ασθένειες που μεταδίδονται από μύγες και κουνούπια αντίστοιχα. Αν και αμφότερες μπορούν να αντιμετωπισθούν επιτυχώς με το αντιπαρασιτικό φάρμακο ιβερμεκτίνη (IVM) τα πράγματα περιπλέκει ένα άλλο παράσιτο, το σκουλήκι Loa loa, το οποίο προκαλεί μια δερματική και οφθαλμική πάθηση που λέγεται Λοΐαση ή Οίδημα του Calabar. Οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα Loa loa στο αίμα τους δεν μπορούν να πάρουν ιβερμεκτίνη διότι κινδυνεύουν να αναπτύξουν σοβαρές εγκεφαλικές και νευρολογικές βλάβες.
    Νέο μικροσκόπιο εντοπίζει παράσιτα στο αίμα μέσω… smartphone!, 11-05-2015, @iatropedia.gr, ημερομηνία ανάκτησης: 01-09-2024.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]