Μετάβαση στο περιεχόμενο

λογικά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λογικά < λογικ(ός) +

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lo.ʝiˈka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λογικά

Επίρρημα

[επεξεργασία]

λογικά (τροπικό επίρρημα)

  1. με λογικό τρόπο, με λογική
    παράδειγμα  Σκέψου λογικά.
  2. κανονικά
    παράδειγμα  Λογικά, θα έρθει σε λίγο.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

λογικά

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

λογικά ουδέτερο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

λογικά