λογική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική λογική
γενική λογικής
αιτιατική λογική
κλητική λογική

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογική < θηλυκό του επίθ.ετου λογικός ως ουσ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογική θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. γνώση που βασίζεται και πηγάζει από αυστηρούς κανόνες αληθείας
  2. κλάδος των «καθαρών» μαθηματικών

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. κοινή λογική: η αίσθηση του σωστού και του λάθους - και η ικανότητα κρίσης που αυτή έπεται - οι οποίες είναι κοινές σε όλους
  2. αυτό στερείται κάθε έννοια λογικής: είναι τελείως ανακόλουθο με τον εαυτό του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

λογική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]