λογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λογικός λογική λογικό
γενική λογικού λογικής λογικού
αιτιατική λογικό λογική λογικό
κλητική λογικέ λογική λογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λογικοί λογικές λογικά
γενική λογικών λογικών λογικών
αιτιατική λογικούς λογικές λογικά
κλητική λογικοί λογικές λογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογικός < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λογικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα
    η λογική ικανότητα του ανθρώπου
  2. που διαθέτει λογική
    ο άνθρωπος είναι λογικό ον
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άλογος
  3. που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο
    μια λογική σκέψη, ένα λογικό συμπέρασμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εύλογος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παράλογος
  4. που ενεργεί με σύνεση
    ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα
  5. μέτριος, όχι υπερβολικός
    θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]