λογισμικό ανοιχτού κώδικα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λογισμικό ανοιχτού κώδικα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική open-source software.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /lo.ʝi.zmiˈko a.niˈxtu ˈko.ði.ka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λο‐γι‐σμι‐κό α‐νοι‐χτού κώ‐δι‐κα
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]λογισμικό ανοιχτού κώδικα αρσενικό
- (λογισμικό) ο κώδικας λογισμικού στον οποίο ο καθένας έχει πρόσβαση, μπορεί να τον εξετάζει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ελεύθερο λογισμικό
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λογισμικό ανοιχτού κώδικα