λογισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογισμός λογισμοί
γενική λογισμού λογισμών
αιτιατική λογισμό λογισμούς
κλητική λογισμέ λογισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογισμός < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογισμός αρσενικό

  1. (λογοτεχνία) σκέψη, στοχασμός
Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι, βυθίστηκε σε λογισμούς. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  1. (μαθηματικά) η μαθηματική μελέτη της αλλαγής
    απειροστικός λογισμός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]