λογιώτατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: λογιότατος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ λογιώτατος τὸ λογιώτατον οἱ, αἱ λογιώτατοι τὰ λογιώτατα
Γενική τοῦ, τῆς λογιωτάτου τοῦ λογιωτάτου τῶν λογιωτάτων τῶν λογιωτάτων
Δοτική τῷ, τῇ λογιωτάτῳ τῷ λογιωτάτῳ τοῖς, ταῖς λογιωτάτοις τοῖς λογιωτάτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν λογιώτατον τὸ λογιώτατον τοὺς, τὰς λογιωτάτους τὰ λογιώτατα
Κλητική λογιώτατε λογιώτατον λογιώτατοι λογιώτατα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική λογιωτάτω
Γενική-Δοτική λογιωτάτοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογιώτατος < λόγι(ος) + -ώτατος

Επίθετο[επεξεργασία]

λογιώτατος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]