λογοκρίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογοκρίνω < λόγος + -ο- + κρίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λογοκρίνω

  1. δεν επιτρέπω σε κάποιον να εκφραστεί ελεύθερα διά του λόγου
  2. απαγορεύω την έκδοση κειμένου, την πραγματοποίηση καλλιτεχνικής παράστασης κλπ λόγω του περιεχομένου τους
  3. διαγράφω κατά την κρίση μου τμήμα από κείμενο άλλου, επειδή περιέχει πληροφορίες που χαρακτηρίζονται απόρρητες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]