λογοκρισία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογοκρισία λογοκρισίες
γενική λογοκρισίας λογοκρισιών
αιτιατική λογοκρισία λογοκρισίες
κλητική λογοκρισία λογοκρισίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογοκρισία < λογο- (< λόγος) + -κρισία (< κρίνω) < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική censure
Η λέξη μαρτυρείται από το 1826

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɔ.ɣɔ.kɾi.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογοκρισία θηλυκό

  1. ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας
    προληπτική λογοκρισία
  2. (γενικότερα) η παρέμβαση που περιορίζει την πευματική δράση κάποιου
  3. (συνεκδοχικά) το σύνολο των ανθρώπων που λογοκρίνουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]