λογομάχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) }[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογομάχος λογομάχοι
γενική λογομάχου λογομάχων
αιτιατική λογομάχο λογομάχους
κλητική λογομάχε λογομάχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογομάχος < λόγος + μάχομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογομάχος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]