λοπάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λοπάς < αναφορά στην αρχαία ελληνική λοπάς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λοπάς θηλυκό (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο λοπάς)
- (κεραμική, αρχαιολογία, κουζινικά) είδος πιάτου
- ※ Και ενταυτώ χώνει τας χείρας εις την λοπάδα και αρπάζει δύο ντολμάδες, τους οποίους καταβροχθίζει. (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)
- (κεραμική, αρχαιολογία) είδος μαγειρικού σκεύους
- ※ Λοπάς συγκολλημένη από πολλά θραύσματα και συμπληρωμένη. Πρόκειται για ανοικτό και ευρύ μαγειρικό σκεύος με έξω νεύον χείλος, διαμορφωμένο κατάλληλα για την εφαρμογή πώματος. Κάτω από το χείλος σώζεται η γένεση οριζόντιας λαβής. (odysseus.culture.gr Λοπάς στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρχαίο σκεύος «λοπάς»
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | λοπάς | αἱ | λοπάδες |
| γενική | τῆς | λοπάδος | τῶν | λοπάδων |
| δοτική | τῇ | λοπάδῐ | ταῖς | λοπάσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | λοπάδᾰ | τὰς | λοπάδᾰς |
| κλητική ὦ! | λοπάς | λοπάδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | λοπάδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | λοπάδοιν | ||
| Με βραχύ άλφα στο θέμα -άς, -άδος. | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'δεκάς' όπως «δεκάς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λοπάς θηλυκό
- (κεραμική, κουζινικά) → δείτε και τη λέξη λοπάς (νέα ελληνικά, όρος της αρχαιολογίας)
- πιάτο
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Γαληνός, In Hippocratis De articulis, 1.19, p.340 @scaife.perseus
- καί τις τῶν κωμικῶν ἐπεῖπεν ἐπισκώπτων τινὰ δὴ τῶν λοπάδων τοὺς ἄμβωνας περιλείχειν. ἀῤῥενικῶς μὲν οὖν ἄμβωνας οἱ Ἀττικοὶ, θηλυκῶς δὲ οἱ Ἴωνες τὰ τοιαῦτα σχήματα καλοῦσιν ἄμβας.
- Και κάποιος από τους κωμικούς (ΣτΜ τους κωμικούς ποιητές) είπε κοροϊδευτικά για κάποιον ότι γλείφει γύρω-γύρω τα χείλη των πιάτων. Στην Αττική χρησιμοποιούν τη λέξη (για τα χείλη των πιάτων) στο αρσενικό γένος, «τοὺς ἄμβωνας», ενώ οι Ίωνες αποκαλούν αυτά τα αντικείμενα σε θηλυκό γένος, «τὰς ἄμβας».
- Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- μαγειρικό σκεύος
- πιάτο
- συνώνυμο του σορός
- (βοτανική) ασθένεια του ελαιόδεντρου
- (ιχθυολογία) είδος οστρακόδερμου
Πηγές
[επεξεργασία]- λοπάς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- λοπάς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κεραμική (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Κουζινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δεκάς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δεκάς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άς (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεραμική (αρχαία ελληνικά)
- Κουζινικά (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Γαληνό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Βοτανική (αρχαία ελληνικά)
- Ιχθυολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)