λοπάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: λογάς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λοπάς λοπάδες
γενική λοπάδος λοπάδων
αιτιατική λοπάδα λοπάδες
κλητική λοπάς λοπάδες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λοπάς < αρχαία ελληνική λοπάς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λοπάς θηλυκό

  1. (αρχαιολογία) είδος πιάτου
  2. (αρχαιολογία) είδος μαγειρικού σκεύους
    Λοπάς συγκολλημένη από πολλά θραύσματα και συμπληρωμένη. Πρόκειται για ανοικτό και ευρύ μαγειρικό σκεύος με έξω νεύον χείλος, διαμορφωμένο κατάλληλα για την εφαρμογή πώματος. Κάτω από το χείλος σώζεται η γένεση οριζόντιας λαβής. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]