Μετάβαση στο περιεχόμενο

λοπάς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: λογάς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λοπάς < αναφορά στην αρχαία ελληνική λοπάς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λοπάς θηλυκό (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο λοπάς)

  1. (κεραμική, αρχαιολογία, κουζινικά) είδος πιάτου
      Και ενταυτώ χώνει τας χείρας εις την λοπάδα και αρπάζει δύο ντολμάδες, τους οποίους καταβροχθίζει. (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)
  2. (κεραμική, αρχαιολογία) είδος μαγειρικού σκεύους
      Λοπάς συγκολλημένη από πολλά θραύσματα και συμπληρωμένη. Πρόκειται για ανοικτό και ευρύ μαγειρικό σκεύος με έξω νεύον χείλος, διαμορφωμένο κατάλληλα για την εφαρμογή πώματος. Κάτω από το χείλος σώζεται η γένεση οριζόντιας λαβής. (odysseus.culture.gr Λοπάς στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λοπάς αἱ λοπάδες
      γενική τῆς λοπάδος τῶν λοπάδων
      δοτική τῇ λοπάδ ταῖς λοπάσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν λοπάδ τὰς λοπάδᾰς
     κλητική ! λοπάς λοπάδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λοπάδε
γεν-δοτ τοῖν  λοπάδοιν
Με βραχύ άλφα στο θέμα -άς, -άδος.
3η κλίση, Κατηγορία 'δεκάς' όπως «δεκάς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λοπάς < λέπω, θέμα λοπ- + -άς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λοπάς θηλυκό

  1. (κεραμική, κουζινικά)  δείτε και τη λέξη λοπάς (νέα ελληνικά, όρος της αρχαιολογίας)
    1. πιάτο
        2ος κε αιώνας Γαληνός, In Hippocratis De articulis, 1.19, p.340 @scaife.perseus
      καί τις τῶν κωμικῶν ἐπεῖπεν ἐπισκώπτων τινὰ δὴ τῶν λοπάδων τοὺς ἄμβωνας περιλείχειν. ἀῤῥενικῶς μὲν οὖν ἄμβωνας οἱ Ἀττικοὶ, θηλυκῶς δὲ οἱ Ἴωνες τὰ τοιαῦτα σχήματα καλοῦσιν ἄμβας.
      Και κάποιος από τους κωμικούς (ΣτΜ τους κωμικούς ποιητές) είπε κοροϊδευτικά για κάποιον ότι γλείφει γύρω-γύρω τα χείλη των πιάτων. Στην Αττική χρησιμοποιούν τη λέξη (για τα χείλη των πιάτων) στο αρσενικό γένος, «τοὺς ἄμβωνας», ενώ οι Ίωνες αποκαλούν αυτά τα αντικείμενα σε θηλυκό γένος, «τὰς ἄμβας».
      Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
    2. μαγειρικό σκεύος
  2. συνώνυμο του σορός
  3. (βοτανική) ασθένεια του ελαιόδεντρου
  4. (ιχθυολογία) είδος οστρακόδερμου