λουκάνικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουκάνικο λουκάνικα
γενική λουκάνικου λουκάνικων
αιτιατική λουκάνικο λουκάνικα
κλητική λουκάνικο λουκάνικα
Χωριάτικα λουκάνικα (1)
λουκάνικα (2)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λουκάνικο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λουκάνικο ουδέτερο

  1. φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό
  2. κυλινδρικός υφασμάτινος σάκος που συνήθως χρησιμοποιείται από στρατιώτες

32πχ Μεταφράσεις[]