λουκάνικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουκάνικο λουκάνικα
γενική λουκάνικου λουκάνικων
αιτιατική λουκάνικο λουκάνικα
κλητική λουκάνικο λουκάνικα
Χωριάτικα λουκάνικα (1)
λουκάνικα (2)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουκάνικο < μεσαιωνικά ελληνικά: λουκάνικον < λατινικά: lucanicum (la) είδος αλλαντικού των Lucani (λαός της Κάτω Ιταλίας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λουκάνικο ουδέτερο

  1. φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό
  2. κυλινδρικός υφασμάτινος σάκος που συνήθως χρησιμοποιείται από στρατιώτες
  3. (μεταφορικά), (σκωπτικά) οτιδήποτε μοιάζει με λουκάνικο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]