λουκάνικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λουκάνικο τα λουκάνικα
      γενική του λουκάνικου των λουκάνικων
    αιτιατική το λουκάνικο τα λουκάνικα
     κλητική λουκάνικο λουκάνικα
Παράρτημα
Χωριάτικα λουκάνικα (1)
λουκάνικα (2)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουκάνικο < μεσαιωνικά ελληνικά: λουκάνικον < λατινικά: lucanicum (la) είδος αλλαντικού των Lucani (λαός της Κάτω Ιταλίας)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λουκάνικο ουδέτερο

  1. φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό
  2. κυλινδρικός υφασμάτινος σάκος που συνήθως χρησιμοποιείται από στρατιώτες
  3. (μεταφορικά), (σκωπτικό) οτιδήποτε μοιάζει με λουκάνικο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]