λουμπάγκο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λουμπάγκο ουδέτερο άκλιτο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λουμπάγκο
|
→ δείτε τη λέξη οσφυαλγία |
λουμπάγκο ουδέτερο άκλιτο
|
→ δείτε τη λέξη οσφυαλγία |