λουξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουξ (επίθετο) < (άμεσο δάνειο) γαλλική luxe < λατινική luxus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewg- (κάμπτω, συστρέφω)
λουξ (ουσιαστικό) < γερμανική Lux < λατινική lux < πρωτοϊταλική *louks < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewk- (λευκός, λαμπερός, φωτεινός)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈluks/

Επίθετο[επεξεργασία]

λουξ άκλιτο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λουξ ουδέτερο άκλιτο

  1. (παρωχημένο) είδος φωτιστικού (που καίει πετρέλαιο ή άλλο υλικό)
  2. (ηλεκτρολογία) (φυσική) μονάδα που μετράει την φωτεινή ισχύ (λούμεν) ανά περιοχή
    σύμβολο: lx

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]