λουρί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουρί λουριά
γενική λουριού λουριών
αιτιατική λουρί λουριά
κλητική λουρί λουριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λουρί < μεσαιωνική ελληνική λουρίν < ελληνιστική κοινή λωρίον < λῶρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λουρί ουδέτερο

  • μακρύ και στενό (σε σχήμα ταινίας) αντικείμενο από δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που χρησιμοποιείται
    1. για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
      ο στρατιώτης έσφιξε το λουρί του κράνους του
    2. την οδήγηση ζώων ως ηνίο, γκέμι, καπίστρι, λαιμαριά κλπ
    3. για την μετάδοση της κίνησης σε μηχανές

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • σφίγγω τα λουριά (σε κάποιον): γίνομαι αυστηρότερος και απαιτητικότερος απέναντι σε κάποιον
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αφήνω λάσκα τα λουριά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]