λουσάρισμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λουσάρισμα ουδέτερο
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λουσαρίζω / λουσάρω, το πολυτελές ντύσιμο
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λουσάρισμα
|
|