Μετάβαση στο περιεχόμενο

λουστρίνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λουστρίνι τα λουστρίνια
      γενική του λουστρινιού των λουστρινιών
    αιτιατική το λουστρίνι τα λουστρίνια
     κλητική λουστρίνι λουστρίνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λουστρίνι < (άμεσο δάνειο) βενετική lustrin
Ένα μαύρο ανδρικό λουστρίνι.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λουστρίνι ουδέτερο

  1. δέρμα με επίστρωση ειδικού γυαλιστερού βερνικιού, ώστε να μην ξεβάφει για να μην χρειάζεται συχνό βάψιμο
      Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
      Ένα από τα βασικά είδη δέρματος, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε εξ όψεως είναι το γυαλισμένο δέρμα (Polished Leather), το οποίο είναι διαφορετικό από το λουστρίνι (Patent leather) και δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται. (Γνωρίζοντας του τύπους δέρματος Β΄, mortoglou.gr, ανακτήθηκε στις 9/1/2025 )
  2. (συνεκδοχικά) κάθε τι κατασκευασμένο με τέτοιο δέρμα
  3. (ειδικότερα) (συνήθως στον πληθυντικό) παπούτσι από λουστρίνι

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]