λουτήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουτήρας λουτήρες
γενική λουτήρα λουτήρων
αιτιατική λουτήρα λουτήρες
κλητική λουτήρα λουτήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουτήρας < αρχαία ελληνική λουτήρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lu.ˈti.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λουτήρας αρσενικό

  1. μεγάλο δοχείο ή άλλου είδους κατασκευή, που χρησιμοποιείται για λούσιμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]