λουτρό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : λουτρ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουτρό λουτρά
γενική λουτρού λουτρών
αιτιατική λουτρό λουτρά
κλητική λουτρό λουτρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λουτρό < αρχαία ελληνική λουτρόν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λουτρό

  1. μπάνιο
    • ο χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο του προσώπου και του σώματος
    • (παρωχημένο) το πλύσιμο του σώματος
    • βάπτισμα, βύθισμα αντικειμένων σε ειδικά υγρά προκειμένου να υποστούν κάποια χημική ή άλλου είδους επεξεργασία
  2. βύθισμα του σώματος σε ειδικό υλικό (άμμο, λάσπη, ιαματικό νερό κλπ) για θεραπευτικούς σκοπούς

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]