Μετάβαση στο περιεχόμενο

λουφάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λουφάζω < μεσαιωνική ελληνική λωφάζω < αρχαία ελληνική λωφάω/ λωφῶ (αναπαύομαι, ησυχάζω)

λουφάζω

  1. μένω ακίνητος και αμίλητος
      Ἡ Ὄρσα μάτην προσεπάθησε νά ἀποκοιμήση τό μωρό, αὐτό ἐπέμεινεν ἐκβάλλον γοερᾶς καί ὀξυτάτας κραυγάς: - ίίί , άάά, ίίί ! Λούφαξε, μωρὲ γρυνιάρικο ! ίίί , ίίί ! Μωρέ φτιστός ὁ πατέρας του νάναι; Ντίπ στριμένο ! (Ν. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας. Σκηναί εκ του Αθηναϊκού Βίου., Έκδοσις πρώτη. Εν Αθήναις, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 52)
  2. (κατ’ επέκταση) κρύβομαι σε ασφαλές μέρος προσπαθώντας να μη με αντιληφθεί κάποιος εχθρός, περιμένοντας να περάσει ένας κίνδυνος
    Ἁφουγκράσου! Πῶς τ' ἀηδόνι / λούφαξε στὴν ἐρημιά. / Ἄκουσ' ἄκουσε τὸν γκιόνη, / παύει νὰ μοιρολογᾶ... (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νύχτα βασάνου)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]