λουφαδόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουφαδόρος λουφαδόροι
γενική λουφαδόρου λουφαδόρων
αιτιατική λουφαδόρο λουφαδόρους
κλητική λουφαδόρε λουφαδόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουφαδόρος < λούφα + -αδόρος < λουφάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λουφαδόρος αρσενικό

  • (λαϊκότροπο) αυτός που λουφάρει συστηματικά, που κρύβεται ή προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος ώστε να μην του ανατίθενται εργασίες ή που αποφεύγει να εκτελέσει μια εργασία που του έχει ανατεθεί
  • ο φυγόπονος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]