λούπινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λούπινο λούπινα
γενική λούπινου λούπινων
αιτιατική λούπινο λούπινα
κλητική λούπινο λούπινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λούπινο < λατινική lupinum πιθανώς επειδή πίστευαν ότι ήταν χόρτο κατάλληλο μόνο για τροφή λύκων (lupus)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlu.pi.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λούπινο ουδέτερο

Λούπινα
  1. φυτό της οικογένειας των ψυχανθών στο γένος Lupinus
  2. ο καρπός του φυτού που χρησιμοποιείται για ζωοτροφές, λίπασμα ή βρώση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]