λούσο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | λούσο | τα | λούσα |
| γενική | του | λούσου | των | λούσων |
| αιτιατική | το | λούσο | τα | λούσα |
| κλητική | λούσο | λούσα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λούσο < καθαρεύουσα λοῦσο < (άμεσο δάνειο) ιταλική lusso[1] < λατινική luxus < πρωτοϊταλική *louksos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewg-so-s < *lewg- (κάμψη, (συ)στροφή)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈlu.so/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λού‐σο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λούσο ουδέτερο
- στον πληθυντικό: εντυπωσιακό, πολυτελές και φροντισμένο ντύσιμο
- η πολυτέλεια
- ※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
- ※ Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια. (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λούσο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)