Μετάβαση στο περιεχόμενο

λυγίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λυγίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λυγίζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /liˈʝi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λυγίζω

λυγίζω, αόρ.: λύγισα, παθ.φωνή: λυγίζομαι, π.αόρ.: λυγίστηκα, μτχ.π.π.: λυγισμένος

  1. (μεταβατικό) αλλάζω το νοητό άξονα κάποιου αντικειμένου εφαρμόζοντας πίεση, χωρίς να το σπάσω ή να μεταβάλλω τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του
     συνώνυμα: κάμπτω, κυρτώνω
  2. (αμετάβατο) λυγίζω, κάμπτω τον εαυτό μου ή κάποιο μέλος του σώματός μου
      19ος/20ός αιώνας, Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
    «Εἶμαι ἕνα καλάμι καὶ λυγίζω στὸν ἄνεμο τοῦ Θεοῦ· καὶ περιμένω τὸ Θάνατο, τὸ Μέγα Τροβαδοῦρο, νά ʼρθει νὰ μὲ θερίσει, νὰ μὲ τρυπήσει, νὰ μὲ κάμει θιαμπόλι· κι ἔτσι, σφηνωμένος στὰ χείλια του, νὰ γυρίσω τραγουδῶντας στὸν ἀθάνατο καλαμιώνα τοῦ Θεοῦ.»
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) χάνω τη δύναμη της αντίστασής μου, ενδίδω
    Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

λυγίζω < λείπει η ετυμολογία

λυγίζω

  1. (αμετάβατο) και (μεταβατικό) λυγίζω, κάμπτω, κυρτώνω
  2. (μεταφορικά) ρίχνω κάτω, καταβάλλω