λυκόσκυλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λυκόσκυλο τα λυκόσκυλα
      γενική του λυκόσκυλου των λυκόσκυλων
    αιτιατική το λυκόσκυλο τα λυκόσκυλα
     κλητική λυκόσκυλο λυκόσκυλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λυκόσκυλο < λύκος + σκύλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λυκόσκυλο ουδέτερο

  1. ράτσα σκύλου (κανονική ονομασία γερμανικός ποιμενικός)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]