λυμαίνομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λυμαίνομαι < αρχαία ελληνική λυμαίνομαι < λύμη
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /liˈme.no.me/
Ρήμα
[επεξεργασία]λυμαίνομαι
- προκαλώ καταστροφές, ρημάζω
Σαρακηνοί πειρατές λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους
- εκμεταλλεύομαι κάτι και αποκτώ κέρδος από αυτό με αθέμιτο τρόπο
επιτήδειοι λυμαίνονται το δημόσιο πλούτο- ※ Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)
παράγωγα
[επεξεργασία]- αλύμαντος
- καταλυμαίνομαι
- λυμεώνας
- → δείτε τις λέξεις απολυμαίνω και λύμη
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- το ενεργητικό λυμαίνω εύχρηστο μόνο στη σύνθεση απολυμαίνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λυμαίνομαι
|