λυπημένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λυπημένα < λυπημένος

Επίρρημα[επεξεργασία]

λυπημένα

  1. με λυπημένο τρόπο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]