λυσσαλέος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]λυσσαλέος, -α, -ο
λυσσαλέο μίσος, λυσσαλέος αγώνας
έκαναν λυσσαλέες προσπάθειες να καταστρέψουν τον αντίπαλο
λυσσαλέος, -α, -ο