λόγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο λόγος οι λόγοι τα λόγια
      γενική του λόγου των λόγων
    αιτιατική τον λόγο τους λόγους τα λόγια
     κλητική λόγε λόγοι λόγια
Η γνωστή μας γενική πληθυντικού λογιών ανήκει στο ελλειπτικό λογής.
όπως «βράχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόγια < δεύτερος πληθυντικός του ουσιαστικού λόγος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlo.ʝa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λόγια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. Αυτά που λέει κανείς.
  2. Οι λέξεις.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

λόγια

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlo.ʝi.a/