λόγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λόγιο τα λόγια
      γενική του λογίου των λογίων
    αιτιατική το λόγιο τα λόγια
     κλητική λόγιο λόγια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόγιο < αρχαία ελληνική λόγιον, ουδέτερο του επιθέτου λόγιος < λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λόγιο ουδέτερο

  1. σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή
  2. εξεζητημένη έκφραση, ακαδημαϊκός όρος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  λόγιος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]