λόγου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈlo.ɣu/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λό‐γου
- τονικό παρώνυμο: λογού
Αντωνυμία
[επεξεργασία]λόγου
- ≈ συνώνυμα: ελόγου, συντάσσεται πάντα με αντωνυμία «του λόγου μου», «του λόγου του»
- ※ − Τοῦ λόγου σου, καπετὰν Σάββα, θὰ φιάξῃς τὰ στασίδια, τοὺς πάγκους καὶ τὴ σκάλα 'στὸ λιμάνι; Καλὴ δουλειὰ ὅπως λέγουν, ἀπάνω ἀπὸ ἑφτὰ ὀχτὼ χιλιάδες δραχμαῖς! Ἂν δὲν τὴν πάρῃς ἐλόγου σου, ποῦ εἶσαι ὁ μόνος ἐργολάβος ἀπὸ 'δῶ πέρα, ποιὸς θὰ τὴν πάρῃ! (Κωνσταντίνος Ράδος 1862-1931, Ο καπετάν Σάββας)
- ※ Δέν ἔχεις κρῖμ' ἀφένδη μου 'ς ἐλόγου σου λιγάκι , Νὰ χάσῃς κεῖνο τὸ παιδὶ νὰ τοῦ κλεισθῇ τ ̓ ὀτζάκι; (Κ. Ν. Σάθας, Ἱστορικαί Διατριβαί, 1870. σελ. 141 )
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]λόγου αρσενικό
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]λόγου αρσενικό