λύνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύνομαι < παθητική φωνή του ρήματος λύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λύνομαι

  1. με λύνουν
    αυτή η άσκηση των μαθηματικών λύνεται εύκολα
  2. λύνω τον εαυτό μου, απαλλάσσω τον εαυτό μου από κάποια δεσμά
    ο κρατούμενος κατάφερε να λυθεί και να αποδράσει
  3. (μεταφορικά) χαλαρώνω σωματικά, απελευθερώνομαι πνευματικά ή ψυχικά
    στο τέλος λύθηκε και άρχισε να μιλάει
  4. (μεταφορικά) παραλύω από κούραση ή φόβο
    λύθηκαν τα γόνατά μου
  5. τερματίζομαι, τελειώνω
    λύθηκε η απεργία

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • λύνομαι στα γέλια : γελάω υπερβολικά, "γελάω με την ψυχή μου"
  • μου λύθηκαν τα γόνατα: παρέλυσα, ένιωσα να χάνω τον κόσμο από δυσάρεστο νέο, φόβο. Στον Όμηρο η φράση λύω γούνατα σημαίνει «σκοτώνω πολεμιστή σε μάχη». → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

`