λύνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύνομαι < παθητική φωνή του ρήματος λύνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.no.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λύ‐νο‐μαι
ομόηχο: λύνομε

Ρήμα[επεξεργασία]

λύνομαι

  1. παθητική σημασία του λύνω
    αυτή η άσκηση των μαθηματικών λύνεται εύκολα
    ο κρατούμενος κατάφερε να λυθεί και να αποδράσει
    λύθηκε η απεργία
  2. (για την παθητική φωνή)
    1. (μεταφορικά) χαλαρώνω σωματικά, απελευθερώνομαι πνευματικά ή ψυχικά
      στο τέλος λύθηκε και άρχισε να μιλάει
    2. (μεταφορικά) παραλύω από κούραση ή φόβο
      λύθηκαν τα γόνατά μου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • λύνομαι στα γέλια : γελάω υπερβολικά, "γελάω με την ψυχή μου"
  • μου λύθηκαν τα γόνατα: παρέλυσα, ένιωσα να χάνω τον κόσμο από δυσάρεστο νέο, φόβο. Στον Όμηρο η φράση λύω γούνατα σημαίνει «σκοτώνω πολεμιστή σε μάχη». → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου

Κλίση[επεξεργασία]

δείτε την κλίση στο λύνω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]