λύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λύομαι (ενεργητικό λύω)

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας λύομαι
Παρατατικός ἐλυόμην
Μέλλοντας λύσομαι
λυθήσομαι
Αόριστος ἐλυσάμην
ἐλύθην
Παρακείμενος λέλυμαι
Υπερσυντέλικος ἐλελύμην
Συντελ.Μέλλ.


(μέσο)

  1. εξαγοράζω

(παθητικό)

  1. απαλλάσσομαι
  2. καταργούμαι