λύπηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λύπηση λυπήσεις
γενική λύπησης
& λυπήσεως
λυπήσεων
αιτιατική λύπηση λυπήσεις
κλητική λύπηση λυπήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύπηση < μεσαιωνική ελληνική λύπηση / λύπησις < αρχαία ελληνική λυπέω / λυπῶ < λύπη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.pi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύπηση θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: λύπη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]