λύσσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λύσσα
γενική λύσσας
αιτιατική λύσσα
κλητική λύσσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύσσα < αρχαία ελληνική λύσσα < *λυκ-j-α < λύκος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wĺ̥kʷos

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύσσα θηλυκό

  1. (ιατρική) λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο. Κύριο σύμπτωμά της είναι η παράλυση του νευρικού συστήματος
  2. (μεταφορικά) μεγάλη ορμή, ακατάσχετη μανία
  3. (μεταφορικά) παράφορη οργή
  4. πάρα πολύ αλμυρό φαγητό
  5. η μεγάλη πείνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]