λύτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : λίτρα, λύτρια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική λύτρα
γενική λύτρων
αιτιατική λύτρα
κλητική λύτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύτρα < αρχαία ελληνική λύτρα < λύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύτρα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την απελευθέρωση ενός ατόμου που κρατείται όμηρος
  2. (μεταφορικά) τίμημα για την απόκτηση κάποιου πολύτιμου πράγματος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]