Μετάβαση στο περιεχόμενο

λώγη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λώγη αἱ λῶγαι
      γενική τῆς λώγης τῶν λωγῶν
      δοτική τῇ λώγ ταῖς λώγαις
    αιτιατική τὴν λώγην τὰς λώγᾱς
     κλητική ! λώγη λῶγαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λώγ
γεν-δοτ τοῖν  λώγαιν
Η κλίση είναι υποθετική, βάσει κανονικών κλιτικών προτύπων.
Η λέξη μαρτυρείται μόνον στην ονομαστική ενικού.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λώγη < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ- (συλλέγω, συγκεντρώνω)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λώγη, -ης θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. (άπαξ λεγόμενον) συναγωγή σίτου και κατ’ επέκταση καλάμη ως συλλογή αχύρου
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Λ
    <λώγη>
    καλάμη καὶ συναγωγὴ σίτου
    ΣτΕ: Τα περισσότερα λεξικά λημματοποιούν την λέξη ως παροξύτονη, κάποια όμως ως οξύτυνη.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • λωγή (σπανιότερα, διάφορος ανάγνωσις)
  • λώγη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.