λᾶας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική λᾶας λᾶες
Γενική λᾶος λάων
Δοτική λᾶϊ λάεσ(σ)ι
Αιτιατική λᾶαν λᾶες
Κλητική λᾶα λᾶες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λᾶας < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₁u- (πέτρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λᾶας αρσενικό

  1. πέτρα, λίθος
  2. βράχος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]