μάγια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. μάγια < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή επίθετο μάγιος < μάγος
  2. μάγια < Maya (ινδιάνικη φυλή της Κεντρικής Αμερικής)
  3. μάγια < γαλλική

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

μάγια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό, χωρίς γενική

  1. η μαγική ενέργεια που στρέφεται προς κάποιον ή κάτι
  2. (κατ’ επέκταση) η μαγεία
  3. (μεταφορικά) η μαγεία, η γοητεία, η ομορφιά, τα θέλγητρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω μάγια: ασκώ τη μαγεία και τη χρησιμοποιώ για να μαγέψω κάποιον, να τον βλάψω ή να τον θέσω υπό τον έλεγχό μου · (μεταφορικά) γοητεύω
  • δένω με μάγια: μαγεύω κάποιον
  • λύνω τα μάγια: ενεργώ ώστε να πάψει να υφίσταται μαγική επίδραση πάνω σε κάποιον ή σε κάτι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

μάγια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό άκλιτο

  1. γλώσσα των Ινδιάνων Μάγια που ζουν στο Μεξικό (μάγια του Γιουκατάν) ή στη Γουατεμάλα (Κιτσέ)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 3[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάγια μάγιες
γενική μάγιας
αιτιατική μάγια μάγιες
κλητική μάγια μάγιες

μάγια θηλυκό

  1. φόρμα που φορούν οι χορευτές

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]