μάγκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάγκας μάγκες
γενική μάγκα
αιτιατική μάγκα μάγκες
κλητική μάγκα μάγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάγκας < αλβανική mangë < τουρκική manga

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάγκας αρσενικό

  1. χαρακτηριστικός λαϊκός τύπος με ιδιαίτερη εμφάνιση, ομιλία και συμπεριφορά
  2. παλικαράς, νταής
  3. ο ικανός στον τομέα του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω τον μάγκα: κάνω κάτι παράτολμο, ασύνετο
  • τζάμπα μάγκας: αυτός που παριστάνει τον τολμηρό, ενώ ξέρει πως δεν πρόκειται να χρειαστεί να αποδείξει την τόλμη του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]