μάγκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μάγκας οι μάγκες
      γενική του μάγκα
    αιτιατική τον μάγκα τους μάγκες
     κλητική μάγκα μάγκες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάγκας < μάγκα (θηλυκό, επί Τουρκοκρατίας: ομάδα άτακτων πολεμιστών)[1] αλβανική mang(ë) + -ας < τουρκική manga (μικρό στρατιωτικό σώμα, διμοιρία)[2] < παλαιά ιταλική banca ή banka (πάγκος κωπηλατών σε γαλέρα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάγκας αρσενικό

  1. χαρακτηριστικός λαϊκός τύπος με ιδιαίτερη εμφάνιση, ομιλία και συμπεριφορά
  2. παλικαράς, νταής
  3. ο ικανός στον τομέα του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω τον μάγκα: κάνω κάτι παράτολμο, ασύνετο
  • τζάμπα μάγκας: αυτός που παριστάνει τον τολμηρό, ενώ ξέρει πως δεν πρόκειται να χρειαστεί να αποδείξει την τόλμη του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • μαγκιόρος (άγνωστης ή διαφορετικής ετυμολόγησης)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. μάγκας στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.