μάγκικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μάγκικο

  1. ουδέτερο του μάγκικος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
  2. μάγκικος, στην αιτιατική του ενικού