μάζωξη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάζωξη μαζώξεις
γενική μάζωξης
& μαζώξεως
μαζώξεων
αιτιατική μάζωξη μαζώξεις
κλητική μάζωξη μαζώξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάζωξη < μαζώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάζωξη θηλυκό

  1. η συγκέντρωση πολλών ατόμων σε ένα χώρο για συζήτηση ή διασκέδαση
    θα κάνουμε μια μάζωξη στο σπίτι μεθαύριο, να ξαναβρεθούμε όλοι οι παλιοί γνωστοί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]